Glas

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

Glas 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Glas (de) ουδέτερο

  1. το ποτήρι
    er trinkt gern ein Glas Wein - πίνει ευχαρίστως ένα ποτήρι κρασί
  2. το γυαλί