Glasscherbe

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Glasscherbe < Glas + Scherbe

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Glasscherbe (de) θηλυκό