HR
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- HR < Human Resources
Συντομομορφή
[επεξεργασία]HR (en) αρκτικόλεξο
- το ανθρώπινο δυναμικό, το τμήμα μιας εταιρείας που είναι υπεύθυνο για την πρόσληψη και την εκπαίδευση των εργαζομένων
You need to contact the HR department.
- Πρέπει να επικοινωνήσεις με το τμήμα ανθρώπινου δυναμικού.