Μετάβαση στο περιεχόμενο

HR

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
HR < Human Resources

Συντομομορφή

[επεξεργασία]

HR (en) αρκτικόλεξο

  • το ανθρώπινο δυναμικό, το τμήμα μιας εταιρείας που είναι υπεύθυνο για την πρόσληψη και την εκπαίδευση των εργαζομένων
    παράδειγμα  You need to contact the HR department.
    Πρέπει να επικοινωνήσεις με το τμήμα ανθρώπινου δυναμικού.