Hammer

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική der Hammer die Hämmer
γενική des Hammers der Hämmer
δοτική dem Hammer den Hämmer
αιτιατική den Hammer die Hämmer

Hammer (de) αρσενικό

  1. σφυρί