Handwerker

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Handwerker < Hand + Werker

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Handwerker (de) αρσενικό (θηλυκό Handwerkerin)

Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]