Haufen

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική der Haufen die Haufen
γενική des Haufens der Haufen
δοτική dem Haufen den Haufen
αιτιατική den Haufen die Haufen

Haufen (de) αρσενικό

  1. σωρός, μεγάλη ποσότητα