Heft

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική Heft Hefte
γενική Heft(e)s Hefte
δοτική Heft(e) Heften
αιτιατική Heft Hefte

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Heft (de) ουδέτερο

  1. τετράδιο
  2. τεύχος