Herstellung

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

Herstellung 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Herstellung (de) θηλυκό