Heuchler
Εμφάνιση
Γερμανικά (de)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
| ονομαστική | der | Heuchler | die | Heuchler |
| γενική | des | Heuchlers | der | Heuchler |
| δοτική | dem | Heuchler | den | Heuchlern |
| αιτιατική | den | Heuchler | die | Heuchler |
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]Heuchler (de) αρσενικό