Μετάβαση στο περιεχόμενο

Hysterie

Από Βικιλεξικό

Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική die Hysterie die Hysterien
γενική der Hysterie der Hysterien
δοτική der Hysterie den Hysterien
αιτιατική die Hysterie die Hysterien

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

Hysterie (de) θηλυκό

  • Hysterie - Duden online.
  • Hysterie @DWDS - Digitales Wörterbuch der deutschen Sprache [Ψηφιακό λεξικό της γερμανικής γλώσσας]. Berlin-Brandenburgische Akademie der Wissenschaften (BBAW) (Ακαδημία Επιστημών [και Ανθρωπιστικών Επιστημών] του Βερολίνου-Βρανδεμβούργου).