IRL

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

IRL < In Real Life

Επίρρημα[επεξεργασία]

IRL (en) αρκτικόλεξο

  1. (πληροφορική) στην πραγματική ζωή, δηλαδή με αληθινές συναντήσεις, όχι εικονικές όπως αυτές απαντούν στο διαδίκτυο

Αντώνυμα[επεξεργασία]



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

IRL < αγγλική

Επίρρημα[επεξεργασία]

IRL (fr)

  1. (πληροφορική) στην πραγματική ζωή (δείτε τον ορισμό του αγγλικού λήμματος)

Αντώνυμα[επεξεργασία]