Interesse

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Interesse (de) ουδέτερο

  1. ενδιαφέρον
  2. συμφέρον