Jahre
Εμφάνιση
Γερμανικά (de)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈjaːʁə/
- ⓘ
- ⓘ
- τυπογραφικός συλλαβισμός : Jah‐re
Κλιτικός τύπος ουσιαστικού
[επεξεργασία]Jahre (de) ουδέτερο
- δοτική ενικού του Jahr
- ονομαστική, γενική και αιτιατική πληθυντικού του Jahr