Μετάβαση στο περιεχόμενο

Kaffee

Από Βικιλεξικό

Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική der Kaffee die Kaffees
γενική des Kaffees der Kaffees
δοτική dem Kaffee den Kaffees
αιτιατική den Kaffee die Kaffees

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Kaffee < (άμεσο δάνειο) γαλλική café < τουρκική kahve < αραβική قهوة (qahwa) [1] [2]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈkafe/
 
 
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

Kaffee (de) αρσενικό

  1. (ποτό) ο καφές
    παράδειγμα  Der Kaffee schmeckt ein bisschen bitter.
    Ο καφές έχει λίγο πικρή γεύση.
  2. (βοτανική) το φυτό από το οποίο παρασκευάζεται ο καφές, το καφεόδεντρο
     συνώνυμα: Kaffeebaum, Kaffeepflanze, Kaffeestrauch
  3. οι σπόροι του καφεόδεντρου
     συνώνυμα: Kaffeebohne

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]
  • Kaffee στη γερμανική Βικιπαίδεια Λήμμα στη γερμανική Βικιπαίδεια

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Kaffee - Duden online.
  2. Kaffee - Digitales Wörterbuch der deutschen Sprache [Ψηφιακό λεξικό της γερμανικής γλώσσας]. Berlin-Brandenburgische Akademie der Wissenschaften (BBAW) (Ακαδημία Επιστημών [και Ανθρωπιστικών Επιστημών] του Βερολίνου-Βρανδεμβούργου).