Μετάβαση στο περιεχόμενο

Kerze

Από Βικιλεξικό

Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈkɛʁtsə/
 

Ετυμολογία 1

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική die Kerze die Kerzen
γενική der Kerze der Kerzen
δοτική der Kerze den Kerzen
αιτιατική die Kerze die Kerzen
Kerze < μέση άνω γερμανική kerze < παλαιά άνω γερμανική kerza

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

Kerze (de) θηλυκό

Ετυμολογία 2

[επεξεργασία]
Kerze < λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Kerze αρσενικό ή θηλυκό

  • TNG-Adler, Liste der Nachnamen, ανακτήθηκε στις 29/9/2023