Kleidungsstück

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Kleidungsstück < Kleidung (ρουχισμός, ενδυμασία) + Stück (κομμάτι)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Kleidungsstück (de) ουδέτερο