Kleidungsstück

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

Kleidungsstück < Kleidung (ρουχισμός, ενδυμασία) + Stück (κομμάτι)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Kleidungsstück (de) ουδέτερο

  1. ρούχο, ένδυμα