Konsulat

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική das Konsulat die Konsulate
γενική des Konsulats der Konsulate
δοτική dem Konsulat den Konsulaten
αιτιατική das Konsulat die Konsulate

Konsulat (de) ουδέτερο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • δείτε τη λέξη Konsul