Kraft

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Kraft (fr)

  1. ανδρικό όνομα



Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Kraft (de) θηλυκό (πληθυντικός: die Kräfte)

  1. η δύναμη
  2. η ισχύς

Open book 01.svg Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Kraft (de)

  1. ανδρικό όνομα