Kreis

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική der Kreis die Kreise
γενική des Kreises der Kreise
δοτική dem Kreis
dem Kreise
den Kreisen
αιτιατική den Kreis die Kreise

Kreis (de) αρσενικό

  1. ο κύκλος
  2. Landkreis: ο νομός, η επαρχία