Lächeln

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

Lächeln 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Lächeln (de) ουδέτερο