Läufer

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Läufer (de) αρσενικό (θηλυκό Läuferin)

  1. δρομέας