Lügnerin

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Lügnerin, θηλυκό του Lügner

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική die Lügnerin die Lügnerinnen
γενική der Lügnerin der Lügnerinnen
δοτική der Lügnerin den Lügnerinnen
αιτιατική die Lügnerin die Lügnerinnen

Lügnerin (de) θηλυκό