Laufbahn

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική die Laufbahn die Laufbahnen
γενική der Laufbahn der Laufbahnen
δοτική der Laufbahn den Laufbahnen
αιτιατική die Laufbahn die Laufbahnen

Laufbahn (de) θηλυκό

  1. καριέρα
  2. (αστρονομία) τροχιά