Lebanese

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Lebanese (en)

  1. (εθνικό όνομα) ο Λιβανέζος (δύσχρηστο στον ενικό)
  2. οι Λιβανέζοι

Επίθετο[επεξεργασία]

Lebanese (en)

  1. λιβανικόςλιβανέζικος)
    the Lebanese government - η λιβανική/λιβανέζικη κυβέρνηση
  2. Λιβανέζος (όταν προσδιορίζει πρόσωπα)
    the Lebanese man