Lebensmittel

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Lebensmittel < Leben (ζωή) + s + Mittel (μέσο)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈleːbn̩sˌmɪtl̩/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Lebensmittel (de) ουδέτερο, συχνά πληθυντικός

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nahrungsmittel