Lebensmittel

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

Lebensmittel < Leben (ζωή) + s + Mittel (μέσο)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈleːbn̩sˌmɪtl̩/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Lebensmittel (de) ουδέτερο, συχνά πληθυντικός

  1. τα τρόφιμα

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nahrungsmittel