Μετάβαση στο περιεχόμενο

Lebensraum

Από Βικιλεξικό

Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική der Lebensraum die Lebensräume
γενική des Lebensraumes
Lebensraums
der Lebensräume
δοτική dem Lebensraum
Lebensraume
den Lebensräumen
αιτιατική den Lebensraum die Lebensräume

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Lebensraum < Leben + -s- + Raum

Προφορά

[επεξεργασία]
ⓘ 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

Lebensraum (de) αρσενικό

  1. (βιολογία) βιότοπος
  2. (κοινωνιολογία, πολιτική, ιστορία) ζωτικός χώρος
  • Lebensraum - Duden online.
  • Lebensraum @DWDS - Digitales Wörterbuch der deutschen Sprache [Ψηφιακό λεξικό της γερμανικής γλώσσας]. Berlin-Brandenburgische Akademie der Wissenschaften (BBAW) (Ακαδημία Επιστημών [και Ανθρωπιστικών Επιστημών] του Βερολίνου-Βρανδεμβούργου).