Leiden

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική das Leiden die Leiden
γενική des Leidens der Leiden
δοτική dem Leiden den Leiden
αιτιατική das Leiden die Leiden

das Leiden (de) ουδέτερο

  1. ο πόνος
     συνώνυμα: der Schmerz (de)
  2. η ασθένεια, η πάθηση
     συνώνυμα: die Krankheit (de)
  3. το βάσανο, το πάθος
     συνώνυμα: die Qual (de)