Leugnung

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Leugnung (de) θηλυκό

  1. άρνηση, απάρνηση, διάψευση

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • δείτε τη λέξη: leugnen