Μετάβαση στο περιεχόμενο

Licht

Από Βικιλεξικό

Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική das Licht die Lichter
γενική des Lichts
Lichtes
der Lichter
δοτική dem Licht
Lichte
den Lichtern
αιτιατική das Licht die Lichter

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

Licht (de) ουδέτερο


Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Licht αρσενικό ή θηλυκό

  • Familienforschung in Westpreußen, ανακτήθηκε στις 20/8/2023 ,



Ιταλικά (it)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Licht < λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Licht αρσενικό ή θηλυκό

  • Pagine Bianche, ανακτήθηκε στις 22/8/2023



Σουηδικά (sv)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Licht < λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Licht αρσενικό ή θηλυκό

  • Last names with at least 10 bearers among persons registered on 31 December of each year. Year 1999 - 2020, Statistics Sweden