Lippenstift

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈlɪ.pən.ˌʃtɪft/
ήχος 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Lippenstift (de) αρσενικό