Magisterarbeit
Εμφάνιση
Γερμανικά (de)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]Magisterarbeit (de) θηλυκό
- διπλωματική εργασία, δουλειά που γίνεται στο τέλος σπουδών για να πάρει κάποιος το δίπλωμά του