Matura

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική das Matura die Maturae
γενική des Maturas der Maturae
δοτική dem Matura den Maturaen
αιτιατική das Matura die Maturae

Matura (de) ουδέτερο