Menschen
Εμφάνιση
Γερμανικά (de)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈmɛnʃn̩/
- ⓘ
- ⓘ
- τυπογραφικός συλλαβισμός : Men‐schen
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]Menschen (de)
- ο κόσμος, οι άνθρωποι
- γενική ενικού του Mensch
Der Hund ist der beste Freund des Menschen.
Ο σκύλος είναι ο καλύτερος φίλος του ανθρώπου.
- δοτική ενικού του Mensch
Er ging zu dem Menschen, der am Geländer der Brücke lehnte, und tröstete ihn.
Πλησίασε τον άνθρωπο που ήταν ακουμπισμένος στο κιγκλίδωμα της γέφυρας και τον παρηγόρησε.
- αιτιατική ενικού του Mensch
Gott hat den Menschen erschaffen.
Ο Θεός δημιούργησε τον άνθρωπο.
- ονομαστική πληθυντική Mensch
Die Menschen werden sich noch selbst ausrotten.
Οι άνθρωποι θα εξαφανιστούν από μόνοι τους.
- γενική πληθυντική Mensch
Er bewunderte die Geduld der Menschen, die vor der Ladentüre warteten.
Θαύμαζε την υπομονή των ανθρώπων που περίμεναν μπροστά από την πόρτα του καταστήματος.
- δοτική πληθυντική Mensch
Die Hilfsgüter werden den Menschen helfen.
Τα είδη πρώτης ανάγκης θα βοηθήσουν τους ανθρώπους.
- αιτιατική πληθυντική Mensch
Die Klimakrise stellt die Menschen vor eine schwierige Wahl.
Η κλιματική κρίση θέτει τους ανθρώπους μπροστά σε μια δύσκολη επιλογή.
- γενική ενικού του Mensch