Menschheit

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Menschheit < Mensch

Προφορά[επεξεργασία]

Menschheit 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Menschheit (de) θηλυκό