Metaplasmus
Εμφάνιση
Γερμανικά (de)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Metaplasmus < (λόγιο δάνειο) υστερολατινική mĕtăplăsmus < ελληνιστική κοινή μετᾰπλᾰσμός
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]Metaplasmus (de) αρσενικό
Πηγές
[επεξεργασία]- Metaplasmus - Duden online.
