Minderheit

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική die Minderheit die Minderheiten
γενική der Minderheit der Minderheiten
δοτική der Minderheit den Minderheiten
αιτιατική die Minderheit die Minderheiten

Minderheit (de) θηλυκό

Αντώνυμα[επεξεργασία]