Mitgliedschaft

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Mitgliedschaft < Mitglied

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Mitgliedschaft (de) θηλυκό

  1. το να γίνεται κάποιος μέλος