Mitgliedschaft
Εμφάνιση
Γερμανικά (de)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Mitgliedschaft < Mitglied
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]Mitgliedschaft (de) θηλυκό
- το να γίνεται κάποιος μέλος
Mitgliedschaft (de) θηλυκό