Musik

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

Musik 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Musik (de) θηλυκό

  • η μουσική
    ich höre gerne Musik - μου αρέσει να ακούω μουσική
    ich mag gerne klassische Musik - μου αρέσει η κλασική μουσική