Musiker

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

Musiker 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική der Musiker die Musiker
γενική des Musikers der Musiker
δοτική dem Musiker den Musikern
αιτιατική den Musiker die Musiker

Musiker (de) αρσενικό (θηλυκό Musikerin)

  1. ο μουσικός