Nasenloch

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

< Nase (μύτη) + Loch (οπή)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Nasenloch (de) ουδέτερο