Μετάβαση στο περιεχόμενο

Orange

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: orange, orangé

Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική die Orange die Orangen
γενική der Orange der Orangen
δοτική der Orange den Orangen
αιτιατική die Orange die Orangen

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Orange < (άμεσο δάνειο) γαλλική orange < παλαιά γαλλική (pomme d') orange < παλαιά ιταλική arancia < αραβική نارنج (nāranj) < περσική نارنگ (nārang) [1] [2] < σανσκριτική नारङ्ग (nāraṅga)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /oˈʁɑ̃ːʒə/
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

Orange (de) θηλυκό

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]
  • Orange στη γερμανική Βικιπαίδεια Λήμμα στη γερμανική Βικιπαίδεια

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Orange - Duden online.
  2. Orange @DWDS - Digitales Wörterbuch der deutschen Sprache [Ψηφιακό λεξικό της γερμανικής γλώσσας]. Berlin-Brandenburgische Akademie der Wissenschaften (BBAW) (Ακαδημία Επιστημών [και Ανθρωπιστικών Επιστημών] του Βερολίνου-Βρανδεμβούργου).