Paradies

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική das Paradies die Paradiese
γενική des Paradieses der Paradiese
δοτική dem Paradies
dem Paradiese
den Paradiesen
αιτιατική das Paradies die Paradiese

Paradies (de) ουδέτερο