Μετάβαση στο περιεχόμενο

Person

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: person

Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική die Person die Personen
γενική der Person der Personen
δοτική der Person den Personen
αιτιατική die Person die Personen

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Person < (κληρονομημένο) μέση άνω γερμανική persōn(e) < λατινική persona [1] [2]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /pɛʁˈzoːn/
 
 
τυπογραφικός συλλαβισμός: Person

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

Person (de) θηλυκό

  1. το άτομο, ο άνθρωπος
    Drei Personen betraten den Laden und fingen an zu schreien.
    Τρία άτομα μπήκαν στο μαγαζί και άρχισαν να φωνάζουν.
     συνώνυμα: Mensch
  2. (λογοτεχνία) ο χαρακτήρας μιας ιστορίας
    Wer ist deine Lieblingsperson aus diesem Buch?
    Ποιος είναι ο αγαπημένος σου χαρακτήρας από αυτό το βιβλίο;
     συνώνυμα: Figur
  3. (γραμματική) το πρόσωπο
    Die Geschichte wird in der dritten Person erzählt.
    Η ιστορία αφηγείται στο τρίτο πρόσωπο.

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]
  • Person στη γερμανική Βικιπαίδεια Λήμμα στη γερμανική Βικιπαίδεια

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Person - Duden online.
  2. Person - Digitales Wörterbuch der deutschen Sprache [Ψηφιακό λεξικό της γερμανικής γλώσσας]. Berlin-Brandenburgische Akademie der Wissenschaften (BBAW) (Ακαδημία Επιστημών [και Ανθρωπιστικών Επιστημών] του Βερολίνου-Βρανδεμβούργου).



Ιταλικά (it)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Person < λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Person αρσενικό ή θηλυκό

  • Pagine Bianche, ανακτήθηκε στις 22/8/2023



Σουηδικά (sv)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Person < λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Person αρσενικό ή θηλυκό

  • Last names with at least 10 bearers among persons registered on 31 December of each year. Year 1999 - 2020, Statistics Sweden