Pfeffer

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική der Pfeffer -
γενική des Pfeffers -
δοτική dem Pfeffer -
αιτιατική den Pfeffer -

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈpfɛfɐ/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Pfeffer (de) αρσενικό