Polynésien

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: polynésien

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
Polynésien Polynésiens

Polynésien (fr) αρσενικό

  1. (εθνικό όνομα) o κάτοικος της Πολυνησίας