Position

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική die Position die Positionen
γενική der Position der Positionen
δοτική der Position den Positionen
αιτιατική die Position die Positionen

Position (de) θηλυκό