Position

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική die Position die Positionen
γενική der Position der Positionen
δοτική der Position den Positionen
αιτιατική die Position die Positionen

Position (de) θηλυκό

  1. θέση, στάση