Prancūziškai

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Λιθουανικά (lt) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Prancūziškai (lt)

  1. τα γαλλικά, η γαλλική γλώσσα