Puls

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Germany.svg Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική der Puls die Pulse
γενική des Pulses der Pulse
δοτική dem Puls(e) den Pulsen
αιτιατική den Puls die Pulse


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

Puls < λατινική pulsus

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Puls (de) (πληθυντικός Pulse) αρσενικό

  • σφυγμός
    Man kann den Puls auf mehrere Arten messen. - Μπορεί κανείς να μετρήσει τον σφυγμό του με αρκετούς τρόπους.