Raum

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική der Raum die Räume
γενική des Raums
des Raumes
der Räume
δοτική dem Raum
dem Raume
den Räumen
αιτιατική den Raum die Räume

Raum (de) αρσενικό

  1. δωμάτιο
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: Zimmer
  2. περιοχή
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: Gebiet