Reformer

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: reformer

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Reformer (de) αρσενικό

  1. μεταρρυθμιστής / μεταρρυθμίστρια